Του Γιώργου Γουγά
Την περασμένη εβδομάδα βρεθήκαμε σε μία φιλική συντροφιά. Η κουβέντα περιστράφηκε –αναγκαστικά- στην πολιτική και οικονομική κατάσταση και πριν καλά καλά το καταλάβουμε βρεθήκαμε χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα. Από την μια μεριά εκείνο υπέρ του κρατισμού και των δημοσίων υπαλλήλων και το άλλο υπέρ των αντικρατιστών και εναντίον των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. Η κουβέντα γρήγορα έγινε ξεφωνητό, ειπώθηκαν χοντράδες και η ατμόσφαιρα στο γιορτινό τραπέζι βάρυνε.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίς, έβαλα καφέ και βγήκα να χαζέψω την ανατολή. Επανέφερα στο μυαλό μου την προηγούμενη βραδιά, όχι από την σκοπιά του ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο, αλλά από εκείνη του ψύχραιμου παρατηρητή. Θυμήθηκα ανάλογες γιορτινές βραδιές στο παρελθόν, όπου στο τραπέζι γελούσαμε, λέγαμε ανέκδοτα –ενίοτε τραγουδούσαμε. Οι γυναίκες μιλούσαν για τα παιδιά μας, για το σχολείο τους κι εμείς για κρασί, τεχνολογία, γυναίκες (αν ήταν ο Χρίστος στο τραπέζι) και ποδόσφαιρο –εκεί γινόταν και ο μόνος καυγάς. «Πώς καταντήσαμε έτσι;», αναρωτήθηκα…
Με κατέλαβε αμηχανία. Δεν αφορούσε τόσο το γεγονός ότι αυτά συνέβησαν σε μια γιορτινή βραδιά, όσο το γεγονός ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν πλέον ολοένα και συχνότερα. Έβλεπα στη μικροκλίμακα μιας παρεΐστικης κρίσης, την πραγματική απειλή για την εξέλιξη της μεγάλης, εθνικής, κοινωνικής κρίσης. Στη μικρή ανθρωπογεωγραφία της παρέας μας προβλήθηκαν σε λίγες ώρες όλα τα στερεότυπα και οι κοινωνικοί αυτοματισμοί μιας κοινωνίας που ωθείται βίαια σ’ ένα τέλμα. Θυμώνει, πασχίζει, χτυπιέται, αλλά δεν ξέρει τι της φταίει, ποιος της φταίει, με ποιον να τα βάλει. Και συνειδητοποίησα ότι η Ελλάδα δεν στραγγίζει κυρίως από χρήμα. Στραγγίζει από ελπίδα.
Έτσι, χάνεται η συνολική εικόνα, σκορπίζουν τα κομμάτια του παζλ, κι ο καθένας αρπάζει το κομμάτι που του αναλογεί και το σκίζει, το ποδοπατάει, το καίει. Χιλιάδες μικροί εμφύλιοι διεξάγονται κάθε μέρα σε σχολικές αυλές, δημόσιες υπηρεσίες, χώρους δουλειάς, φιλικά και οικογενειακά δείπνα. -ελάχιστοι απ’ αυτούς βγαίνουν στις ειδήσεις. Άνθρωποι που κατά κανόνα είναι στην ίδια πλευρά, αυτή των θυμάτων της τρομοκρατίας των πιστωτών, εκτονώνουν την οργή και τη σύγχυσή τους σε εαυτούς και αλλήλους. Και οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί της κοινωνικής αποσάθρωσης μένουν στο απυρόβλητο, πιστωτές-καταληψίες της εξουσίας, της κρατικής κυριαρχίας, καταληψίες της ελπίδας και της συλλογικής συνείδησης μιας κοινωνίας που ακόμη ψάχνει την έξοδο κινδύνου. Και φοβάμαι τον πανικό, τον συνωστισμό και το ποδοπάτημα όταν την ανακαλύψει.
«Βοήθα, καλέ μου, μη φαγωθούμε μεταξύ μας…», που λέει και το τραγούδι.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου