Οι ιδεολογικές διαφορές Ντόρας και Αντώνη, ο κίνδυνος της διάσπασης και μια επίκαιρη ρήση του Τσόρτσιλ
Ο Νοέμβριος πάει να γίνει ο μήνας των μεγάλων πολιτικών αλλαγών στην Ελλάδα. Νοέμβρης ήταν πριν από δύο χρόνια, όταν ο Γιώργος Παπανδρέου εξερχόταν νικητής από την ιστορική πια αναμέτρησή του με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, κέρδιζε την πρώτη παρτίδα σκάκι από τις τρεις που κέρδισε στην σειρά (οι άλλες δύο ήταν με τον Κώστα Σημίτη και τον Κώστα Καραμανλή) και έβαζε τις βάσεις για να ανέλθει στην εξουσία. Νοέμβρης είναι και τώρα, δυο χρόνια και 18 ημέρες μετά, όπου στη Νέα Δημοκρατία ζουν την δική τους αγωνία για την τύχη που θα έχει η εκλογική αντιπαράθεση Σαμαρά – Μπακογιάννη, για τη νέα ηγεσία του κόμματος.
Εννέα μόλις ημέρες πριν από την αναμέτρηση της 29ης Νοεμβρίου, ο Μεσσήνιος πολιτικός, για τον οποίο πολλοί πίστευαν ότι δεν έχει μεγάλη τύχη απέναντι στη Ντόρα Μπακογιάννη, βρίσκεται πολύ κοντά στην ιστορική ανατροπή που θα τον φέρει στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Από την οποία έφυγε, θυμίζω, το 1993, αφού πρώτα την έριξε στα Τάρταρα της Αντιπολίτευσης, πριν την τραβήξει από εκεί ο Κώστας Καραμανλής. Όσοι έβλεπαν αναμέτρηση περίπατο της κυρίας Μπακογιάννη διαψεύστηκαν, όπως είχαν διαψευστεί και, πριν από δύο χρόνια, στη σύγκρουση Παπανδρέου – Βενιζέλου για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ.
Ο Αντ. Σαμαράς αρχικά πλασαρίστηκε ως το αουτσάιντερ, στο οποίο μπορούν να ποντάρουν οι αντίπαλοι της οικογένειας Μητοστάκη. Λειτούργησε ως αντίπαλο δέος του «μητσοτακισμού» και συσπείρωσε τον σκληρό πυρήνα της Δεξιάς της δεκαετίας του 1970. Μετά, καταθέτοντας ένα συγκεκριμένο ιδεολογοπολιτικό πλαίσιο ανασύνταξης της Κεντροδεξιάς, καθιερώθηκε στη συνείδηση των νεοδημοκρατών και ευρύτερα των πολιτών ως ο δεύτερος σε δύναμη, μετά την Ντ. Μπακογιάννη, υποψήφιος. Πλέον χρειάζεται, απλώς, να θέσει ισχυρά διλήμματα στους ψηφοφόρους, ώστε η υποψηφιότητά του να είναι έντονα διακριτή από αυτή της πρώην υπουργού Εξωτερικών, η υποψηφιότητα της οποίας δεν έχει ισχυρά πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά σημεία αναφοράς. Είναι μια υποψηφιότητα που –κυρίως- στηρίζεται στην εικόνα του δελφίνου, την οποία είχε με επιμέλεια φιλοτεχνήσει.
Επιπλέον με την κόρη του Κ. Μητσοτάκη επικεφαλής, η Ν.Δ. έχει περιορισμένη δυνατότητα διεύρυνσης προς το ΠΑΣΟΚ, καθώς ο αντιμητσοτακισμός είναι πολύ ισχυρός στο κόμμα των Παπανδρέου. Πέραν αυτών, μικρή δυνατότητα διεύρυνσης έχει και προς τα δεξιά, εκεί που υπάρχει το ΛΑΟΣ του κ. Καρατζαφέρη καθώς η κυρία Μπακογιάννη δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση την λεγόμενη λαϊκή δεξιά, το λαϊκο-πατριωτικό τμήμα, με τις εθνικιστικές κορώνες. Ο προσανατολισμός της είναι περισσότερο φιλελεύθερος και έχει περισσότερα κοινά με τους εκσυγχρονιστές-ευρωπαϊστές του Σημίτη (εξ ου και οι φιλίες με τον Θόδωρο Κοτσώνη), παρά με το εθνικο-λαϊκιστικό ακροατήριο του Γ. Καρατζαφέρη. Παράλληλα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι στις σημερινές συνθήκες της μεγάλης οικονομικής κρίσης και των μεγάλων πιέσεων στις ευρύτερες λαϊκές μάζες, στις σημερινές συνθήκες της άκρατης ξενοφοβίας, ευνοείται ξεκάθαρα ο ριζοσπαστισμός των άκρων και ειδικά εκείνων των πολιτικών δυνάμεων οι οποίες χρησιμοποιούν στο ιδεολογικό τους λεξιλόγιο την στρατηγική της (δεξιάς) έντασης.
Τούτων δοθέντων φαίνεται πως ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται πιο κοντά στην τελική νίκη, όχι μόνο επειδή το λένε οι δημοσκοπήσεις, αλλά και επειδή το χρονικό πλαίσιο, η πολιτική συγκυρία φαίνεται πως τον ευνοεί. Όπως είπε, άλλωστε και ο Τσόρτσιλ, για να περιγράψει την σημασία της πολιτικής συγκυρίας, «υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μια ζωή ενάρετη, έντιμη, με αξιοπρέπεια και ήθος στην κοινωνία. Αλλά το πόσοι θα πάνε στην κηδεία τους εξαρτάται από τον καιρό».
Το ερώτημα της διάσπασης
Από εκεί και πέρα τίθεται ένα δεύτερο ερώτημα το οποίο αφορά την πιθανότητα διάσπασης της Νέας Δημοκρατίας την επόμενη ημέρα της αναμέτρησης.
Λένε πως τα κόμματα εξουσίας δεν διασπώνται επειδή υπάρχει ο συνεκτικός ιστός της εξουσίας που τα συντηρεί. Φέρουν δε, ως παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ, όπου οι φωνές περί διάσπασης ακούγονταν δυνατές όλη την -μαύρη για το ΠΑΣΟΚ- περίοδο των δώδεκα μηνών της εσωστρέφειας, από τον Σεπτέμβριο του 2007 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008.
Πράγματι το ΠΑΣΟΚ φλέρταρε με την διάσπαση, αλλά τελικά την απέφυγε. Αυτό συνέβη για τρεις λόγους.
· Ο πρώτος είναι ότι είχε σαφώς αναφορά στον αρχηγό του Γιώργο Ανδρέα Παπανδρέου. Η αναφορά στο πατρώνυμο είναι προφανής για να ενθυμούμαστε όλοι πως ο παπανδρεϊσμός ήταν και είναι κυρίαρχο ρεύμα στο ΠΑΣΟΚ.
· Ο δεύτερος, όπως σωστά σημειώνει σε πρόσφατό σημείωμά του ο Νίκος Φελέκης στον Επενδυτή «ο Γ. Παπανδρέου έχει ένα πολιτικό, ιδεολογικό και αξιακό φορτίο (η νεωτερικότητά του, οι συγκροτημένες σοσιαλδημοκρατικές του απόψεις, το διεθνές status του, η οικογενειακή του παράδοση κ.ά.) το οποίο θα του εξασφάλιζε τουλάχιστον ένα 15-20% στις εκλογές εάν κατήρχετο μόνος του χωρίς το ΠΑΣΟΚ».
· Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι η εσωκομματική αναμέτρηση του 2008 για τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ έληξε με έναν ξεκάθαρο νικητή. Τον ΓΑΠ, ο οποίος κέρδισε από τον πρώτο γύρο με διαφορά περίπου 18 μονάδων (56%-38%). Αυτά για το ΠΑΣΟΚ.
Στη Νέα Δημοκρατία έχω την εντύπωση ότι η επόμενη μέρα θα είναι απείρως πιο δύσκολη. Καταρχήν επειδή όλες οι προβλέψεις κατατείνουν στο συμπέρασμα πως το κόμμα θα εξέλθει από την αναμέτρηση απολύτως διαιρεμένο, με τον νικητή να προκύπτει στον δεύτερο γύρο με ποσοστό 51-52% και τον ηττημένο στο 48%-49%. Επί της ουσίας δεν θα υπάρχει νικητής, δηλαδή. Επιπροσθέτως κάθε μία από τις δύο υποψηφιότητες κουβαλάει βάρη του παρελθόντος. Η κυρία Μπακογιάννη την εμπλοκή της οικογένειάς της με την Siemens, τον κυβερνητισμό που αποδοκιμάστηκε στις τελευταίες εκλογές (αλλά και το προπατορικό αμάρτημα της αποστασίας) και ο κ. Σαμαράς την ίδια την αποστασία του 1993 που έριξε, ως είπαμε, στα Τάρταρα της Αντιπολίτευσης το κόμμα. Τα βάρη αυτά είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα μπορέσει να τα ανεχτεί η άλλη πλευρά. Ειδικά στην περίπτωση κατά την οποία επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις και ο κ. Σαμαράς αναδειχτεί νικητής στην κούρσα διαδοχής, θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο να δούμε την κυρία Μπακογιάννη να «υπηρετεί» τον άνθρωπο που ήρθε από …το κρύο -ενθυμούμενοι όλοι ότι άμα τη επιστροφή του στη Ν.Δ ο κ. Σαμαράς έμεινε επί μακρόν στην …κατάψυξη, πριν εξοβελιστεί στις Βρυξέλλες και μόνο το τελευταίο χρόνο επέστρεψε στην κεντρική πολιτική σκηνή. Τον άνθρωπο που τις έκλεψε (όπως θα πιστέψει) την θέση που της ανήκε. Τον άνθρωπο που έριξε τον πατέρα της από την πρωθυπουργία και το κόμμα από την διακυβέρνηση. Όποιος πιστέψει ότι θα μπορεί η Ντόρα Μπακογιάννη να διατηρήσει τον πολιτικό της πολιτισμό, ύστερα από μια τέτοια εξέλιξη, θα κάνει λάθος.
Άρα οι επιλογές της θα είναι δύο. Είτε να αποχωρήσει από τη Νέα Δημοκρατία παίρνοντας μαζί της ένα μικρό κομμάτι από τους σημερινούς υποστηρικτές της, είτε να παραμείνει στη Νέα Δημοκρατία πριονίζοντας την καρέκλα του νέου προέδρου. Στην πρώτη περίπτωση η Νέα Δημοκρατία θα μπει σε μια μεγάλη περιδίνηση, καθώς μετά την απώλεια εκείνου του εκλογικού της τμήματος που ακολούθησε τον Γιώργο Καρατζαφέρη, τώρα θα δει την εκλογική της επιρροή να μειώνεται και την εκλογική της βάση να συρρικνώνεται ακόμα περισσότερο. Στην δεύτερη περίπτωση, πάλι, η εσωστρέφεια θα κυριαρχήσει και θα κατατρώει τις σάρκες της συντηρητικής παράταξης, προς το συμφέρον των Γιώργηδων (Παπανδρέου και Καρατζαφέρη).
Άλλοι, πάντως, πιστεύουν πως η κυρία Μπακογιάνη δεν θα κάνει το απονενοημένο διάβημα της διάσπασης, καθώς ο μητσοτακισμός είναι μειοψηφικός πόλος στη συντηρητική παράταξη και την ελληνική κοινωνία και δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομα, όπως ο παπανδρεϊσμός και ο καραμανλισμός. Θα ήταν δε, πολύ οδυνηρό για την ίδια, αλλά και την οικογένειά της, να τους ξανακολλήσουν τη ρετσινιά του «αποστάτη». Και ας μην ξεχνάμε πως η οικογένεια δεν τελειώνει στην Ντόρα. Υπάρχει και ο Κυριάκος.
Αντίθετα, μονόδρομος είναι για τον Αντ. Σαμαρά να παραμείνει στην παράταξη αν χάσει. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση θα έχει πλεονεκτήματα στα χέρια του, καθώς είναι νεότερος της κυρίας Μπακογιάννη, ενώ δημιούργησε ήδη μια δυναμική που τον θέλει νούμερο δύο στη Νέα Δημοκρατία και βασικό παίκτη στην …μεθεπόμενη μέρα, ειδικά αν η νέα αρχηγός κάνει πράξη την δέσμευσή της για εκλογική θητεία διάρκειας τεσσάρων ετών του νέου προέδρου.
Οι ευθύνες Καραμανλή
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βάλλουν κατά του Κώστα Καραμανλή για την σημερινή διχαστική κατάσταση. Οι βολές δεν είναι μόνο για το γεγονός πως εγκατέλειψε άρον-άρον το καράβι, αλλά και για το γεγονός πως έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης δεν συμμετέχει στην διαδικασία και έχει αφήσει εν πολλοίς το καράβι στην τύχη του καίτοι είναι ακόμα, έστω και τυπικά, ο καπετάνιος.
Πολλοί πιστεύουν πως θα ήταν άλλη η μοίρα της αναμέτρησης και λιγότερες οι εντάσεις (άρα κερδισμένη η παράταξη) αν ο κ. Καραμανλής επέλεγε την τακτική της ενεργούς παραμονής στην ηγεσία, ή οδηγούσε σε ένα Συνέδριο Αρχών και Θέσεων, όπου θα αναδεικνύονταν οι διαφορετικές ιδεολογικές πλατφόρμες των υποψηφίων και η κριτική για τα κακώς κείμενα θα απορροφούσε ένα σημαντικό κομμάτι της έντασης…
Είναι χαρακτηριστική η κουβέντα που μας είπε ένα από τα πρώην κορυφαία στελέχη της Νέας Δημοκρατίας: «δεν φτάνει που μας πήγε στον πόλεμο χωρίς άρματα, αντί να κοιτάξει να τον αποφύγει. Μας παράτησε μετά αιχμαλώτους και εξαφανίστηκε…».